σάκος

(I)
ο
σάκκος, ΝΜΑ, και αττ. τ. σάκος Α
1. είδος στενόμακρης θήκης από ύφασμα ή δέρμα ή από άλλο υλικό σήμερα, ανοιχτή στο επάνω μέρος, που χρησιμοποιείται για την τοποθέτηση, φύλαξη και μεταφορά διαφόρων χύμα πραγμάτων, σακί, τσουβάλι (α. «χάρτινος σάκος» β. «σάκκους τε ἐπ
ἁμαξέων εὕρισκον», Ηρόδ.)
2. (κατ' επέκτ.) χοντρό τρίχινο ύφασμα και, κυρίως, ύφασμα από τρίχα κατσίκας
νεοελλ.
1. (ναυτ.-στρ.) κυλινδρική θήκη από ανθεκτικό ύφασμα, κατάλληλη για την φύλαξη και την μεταφορά τού ιματισμού και τών ατομικών ειδών τών ναυτικών και τών στρατιωτών
2. κοντός επενδύτης, σακάκι
3. εκκλ. αρχιερατικό άμφιο που φτάνει μέχρι τα γόνατα και το οποίο έχει κοντά και πλατιά μανίκια
4. (αλιευτ.) το τελευταίο κλειστό τμήμα αλιευτικού δικτύου τράτας, το οποίο έχει τις μικρότερες οπές και μέσα στο οποίο καταφεύγουν και συλλαμβάνονται τα ψάρια
5. ναυτ. περιτύλιγμα από καραβόπανο για τα πανιά ιστιοφόρου πλοίου, έλυτρο
6. συνεκδ. το περιεχόμενο ενός σακιού, ό,τι περιέχεται μέσα στην παραπάνω θήκη («δέκα σάκοι καφέ»)
7. μτφ. φαρδύ γυναικείο ένδυμα, φόρεμα σε ίσια γραμμή
8. φρ. α) «ταχυδρομικός σάκος» — σάκος χρησιμοποιούμενος για την μεταφορά επιστολών και ταχυδρομικών δεμάτων β) «χειρουργικός σάκος» — ειδική θήκη, χρησιμοποιούμενη κυρίως στον στρατό, η οποία περιέχει διάφορα φάρμακα, επιδέσμους και εργαλεία απαραίτητα για την παροχή τών πρώτων βοηθειών γ) «θα σού δείξω πόσα απίδια βάζει [ή παίρνει] ο σάκος» — λέγεται ως απειλή σε κάποιον για να συνετιστεί
β) «κηλικός σάκος»
ιατρ. ορογόνο περίβλημα, αποτελούμενο από περιτόναιο, που περιβάλλει το περιεχόμενο κήλης
νεοελλ.-μσν.
επενδύτης τών πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως κατά την διάρκεια τών μεγάλων μόνον εορτών, δηλ. τού Πάσχα, τής Πεντηκοστής και τών Χριστουγέννων, το οποίο αργότερα έγινε το διακριτικό τους άμφιο, ενώ κατά τον 11ο αιώνα παρόμοιο επενδύτη φορούσαν διακεκριμένοι μητροπολίτες και από την εποχή τής τουρκοκρατίας τόν χρησιμοποίησαν όλοι οι επίσκοποι αντικαθιστώντας με αυτόν το πολυσταύριο ή το φελάνιο
αρχ.
1. λεπτό κόσκινο, στραγγιστήρι, σουρωτήρι, ιδίως για το κρασί
2. τραχύ ένδυμα το οποίο φορούσαν οι Ιουδαίοι όταν πενθούσαν
3. είδος μέτρου
4. μτφ. (στην κωμωδία) μακριά τραχιά γενειάδα σαν τρίχινο ύφασμα («σάκον πρὸς ταῑν γνάθοιν ἔχειν», Αριστοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Δάνεια λ. σημιτικής, πιθ. φοινικικής, προέλευσης (πρβλ. ακκαδικό šaqqu, εβρ. šaq). Έχει διατυπωθεί επίσης η άποψη ότι πρόκειται για λ. μεσογειακή με ευρεία διάδοση. Τη λ. δανείστηκε η Λατινική (πρβλ. λατ. saccus) και στην συνέχεια οι νεώτερες γλώσσες (πρβλ. αγγλ., γαλλ., ρουμ. sac, γερμ. Sack κ.ά.)].
————————
(II)
-ους και -εος και ιων. τ. γεν. σάκευς, τὸ, Α
1. είδος κοίλης ασπίδας η οποία πολλές φορές χρησίμευε και ως αγγείο υποδοχής υγρού
2. μτφ. υπεράσπιση, προστασία («βωμός, ἄρρηκτον σάκος», Αισχύλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Αρχαϊκή λ. για την ασπίδα, η οποία ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *twakos «δέρμα» (το συμφωνικό σύμπλεγμα tw- έδωσε στην Ελληνική σ-) και συνδέεται με το αρχ. ινδ. tvac- «δέρμα» και με το χεττιτικό tuekka- «σώμα» (με φωνηεντισμό -ε-, ο οποίος αποτελεί πιθ. την αρχική μορφή φωνηεντισμού τής λ.). Η λ. σάκος χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την μεγάλη μυκηναϊκή ασπίδα, που προστάτευε ολόκληρο το σώμα τού πολεμιστή, όπως λ.χ. για την ασπίδα τού Αχιλλέως ή τού Αίαντος, και διακρινόταν από την λ. ἀσπίς, η οποία, όμως, τήν αντικατέστησε αρκετά νωρίς].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σακός — masc nom sg σᾱκός , σηκός pen masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σάκος — ο (λ. σημιτ.) 1. θήκη από χοντρό ύφασμα ή δέρμα για τη μεταφορά ή τη φύλαξη πραγμάτων, σακί: Ταχυδρομικός σάκος. 2. αρχιερατικό άμφιο. 3. αντρικό ένδυμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σάκος — σάκκος coarse cloth of hair masc nom sg σάκος coarse cloth of hair neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σακός — ὁ, Α (δωρ. τ.) βλ. σηκός …   Dictionary of Greek

  • σάκος — [сакос] ουσ. а мешок, сумка …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σάκει — σάκος coarse cloth of hair neut nom/voc/acc dual (attic epic) σάκεϊ , σάκος coarse cloth of hair neut dat sg (epic ionic) σάκος coarse cloth of hair neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σακούς — σακός masc acc pl σᾱκούς , σηκός pen masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σακέεσσι — σάκος coarse cloth of hair neut dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σακέεσσιν — σάκος coarse cloth of hair neut dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σακίων — σάκος coarse cloth of hair neut gen pl (doric) σακκίον small bag neut gen pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.